Χριστιανικός Ορθόδοξος Φιλανθρωπικός Σύλλογος Φίλων
Ιερού Ησυχαστηρίου Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου ο Άγιος Γρηγόριος Ο Παλαμάς
Καλάθι αγορών : 0 | 0,00

Ρωμηοσύνη ή Βαρβαρότητα

Κωδικός: PELAGIA-031


Έχετε 0 προϊόντα στο καλάθι
Ποσότητα:

Αναστάσιος Φιλιππίδης

Ρωμηοσύνη ή Βαρβαρότητα

Ξεκινώντας από την «Ρωμηοσύνη» του αειμνήστου π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο συγγραφέας κ. Αναστάσιος Φιλιππίδης προσπαθεί να εντοπίση τις ρίζες της ιστορικής σύγκρουσης Ελληνισμού και Δύσης, η οποία εμφανίζεται με διάφορες μορφές ως τον 20ο αιώνα. Αν και η  διάσταση παγιώθηκε με το Σχίσμα και τις Σταυροφορίες, η αρχή της ανάγεται στον 8ο αιώνα με την ίδρυση της Αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου και τον σφετερισμό του ρωμαϊκού τίτλου από τους Φράγκους. Για την νομιμοποίηση των φραγκικών αξιώσεων επιστρατεύτηκε μια επίμονη προπαγάνδα η οποία αρνήθηκε στους ελεύθερους Ρωμαίους το ίδιο το όνομά τους και τους ονόμασε αρχικά Γραικούς και μετά, αφού εξέλιπε το κράτος τους, Βυζαντινούς. Ως αποτέλεσμα της φραγκικής προπαγάνδας, ο ίδιος λαός αποκαλείται με τέσσερα ονόματα (Ρωμιοί, Γραικοί, Βυζαντινοί, Έλληνες) τα τελευταία 600 χρόνια.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου γίνεται μια σύντομη επισκόπηση του προβλήματος των εθνικών μας ονομάτων, με παραδείγματα από την  σκληρή πάλη που δόθηκε από τον 18ο ως τον 20ο  αιώνα μεταξύ των διανοουμένων. Το πρόβλημα της εθνικής ονομασίας αντανακλούσε βαθύτερες συγκρούσεις και επιλογές στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, όπως το ζήτημα της γλώσσας, το ζήτημα της εθνικής συνέχειας και το ζήτημα του εξωτερικού προσανατολισμού της Ελλάδας. Ακόμη πιο σημαντικά, η επιλογή της εθνικής ονομασίας σηματοδότησε το τέλος της υπερεθνικής συνείδησης η  οποία είχε καθορίσει επί πολλούς αιώνες τον πολιτισμό μας.

Διαβάστε εκτεταμένη περιγραφή παρακάτω


Άδετο
Διαστάσεις: 14Χ21
Σελίδες: 184
ISBN: 960-7070-25-9



Αναστάσιος Φιλιππίδης

Ρωμηοσύνη ή Βαρβαρότητα

Ξεκινώντας από την «Ρωμηοσύνη» του αειμνήστου π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο συγγραφέας κ. Αναστάσιος Φιλιππίδης προσπαθεί να εντοπίση τις ρίζες της ιστορικής σύγκρουσης Ελληνισμού και Δύσης, η οποία εμφανίζεται με διάφορες μορφές ως τον 20ο αιώνα. Αν και η  διάσταση παγιώθηκε με το Σχίσμα και τις Σταυροφορίες, η αρχή της ανάγεται στον 8ο αιώνα με την ίδρυση της Αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου και τον σφετερισμό του ρωμαϊκού τίτλου από τους Φράγκους. Για την νομιμοποίηση των φραγκικών αξιώσεων επιστρατεύτηκε μια επίμονη προπαγάνδα η οποία αρνήθηκε στους ελεύθερους Ρωμαίους το ίδιο το όνομά τους και τους ονόμασε αρχικά Γραικούς και μετά, αφού εξέλιπε το κράτος τους, Βυζαντινούς. Ως αποτέλεσμα της φραγκικής προπαγάνδας, ο ίδιος λαός αποκαλείται με τέσσερα ονόματα (Ρωμιοί, Γραικοί, Βυζαντινοί, Έλληνες) τα τελευταία 600 χρόνια.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου γίνεται μια σύντομη επισκόπηση του προβλήματος των εθνικών μας ονομάτων, με παραδείγματα από την  σκληρή πάλη που δόθηκε από τον 18ο ως τον 20ο  αιώνα μεταξύ των διανοουμένων. Το πρόβλημα της εθνικής ονομασίας αντανακλούσε βαθύτερες συγκρούσεις και επιλογές στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, όπως το ζήτημα της γλώσσας, το ζήτημα της εθνικής συνέχειας και το ζήτημα του εξωτερικού προσανατολισμού της Ελλάδας. Ακόμη πιο σημαντικά, η επιλογή της εθνικής ονομασίας σηματοδότησε το τέλος της υπερεθνικής συνείδησης η  οποία είχε καθορίσει επί πολλούς αιώνες τον πολιτισμό μας.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εξετάζεται ο σχηματισμός της ρωμαίικης (υπερ)εθνικής συνείδησης, η οποία διαφέρει ριζικά από τις φυλετικές εθνικές ιδεολογίες των δυτικών χωρών. Οι δύο συνιστώσες αυτής της συνείδησης είναι η υπερεθνική μορφή του κράτους και ο Χριστιανισμός. Η κατανόηση της ρωμαίικης εθνικής ιδεολογίας αποτελεί απαραίτητο βήμα για την κατανόηση της ιδιαιτερότητας της Ρωμηοσύνης απέναντι στην Δύση. Ήδη στο πολυεθνικό αρχαίο ρωμαϊκό κράτος, όπου διάφορες εθνότητες συμμετείχαν υπερήφανες στην ιδέα της «ρωμαϊκότητας», οποιοσδήποτε πρώην βάρβαρος μπορούσε να γίνη Ρωμαίος αρκεί να αποδεχόταν την ελληνορωμαϊκή παιδεία και παράδοση. Η συνείδηση αυτή διευρύνθηκε χάρη στην χριστιανική διδασκαλία της αδελφωσύνης όλων των ανθρώπων και διατηρήθηκε επί αιώνες στην «βυζαντινή» Αυτοκρατορία. Ο χριστιανισμός έδωσε νέο νόημα στην Αυτοκρατορία διδάσκοντας ότι η διαίρεση σε έθνη ήταν αποτέλεσμα της αμαρτίας και της αλαζονείας του ανθρώπου. Με τον ερχομό του Χριστού και την ίδρυση της Εκκλησίας οι πιστοί έχουν την  δυνατότητα (και τον προορισμό) να υπερβούν τις εθνικές διαιρέσεις.

Ο συγγραφέας εξετάζει μέσα από τις σωζόμενες πηγές την διατήρηση της «ρωμαϊκότητας» στους Ρωμαίους της Δύσης, μετά την κατάκτησή τους από τα βαρβαρικά γερμανικά φύλα. Η διαφορά πολιτιστικού επιπέδου, αλλά και θρησκευτικές και νομικές διαφορές, εμπόδισαν επί αιώνες την συγχώνευση Ρωμαίων και βαρβάρων, όπως αποδεικνύει η επιχειρηματολογία του Λογγοβάρδου Λιουτπράνδου τον 10ο αιώνα. Απλώς οι κατακτημένοι Ρωμαίοι μετατράπηκαν σε δουλοπάροικους μιας στρατοκρατικής μειοψηφίας Φράγκων κατακτητών και παρέμειναν έτσι ως τον 18ο αιώνα. Στην πικρή συνειδητοποίηση της αδυναμίας απέναντι στις επιδιώξεις των ξένων κατακτητών πρέπει να αναζητηθούν τα σπέρματα του «καημού της Ρωμηοσύνης», που καθόρισε τον νέο ελληνισμό μέχρι και τον 20ο αιώνα.

Ο νέος χαρακτήρας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά τον εκχριστιανισμό της έχει συχνά παρερμηνευθεί από τους νεώτερους δυτικούς ιστορικούς, οι οποίοι αποκάλεσαν το πολίτευμά της άλλοτε καισαροπαπικό και άλλοτε το αντίθετό του, θεοκρατικό. Ο συγγραφέας εξετάζει αυτές τις δύο θεωρίες και τις απορρίπτει. Ειδικά η άποψη περί «θεοκρατικού Βυζαντίου» που είναι πολύ διαδεδομένη στις μέρες μας δεν έχει καμία ιστορική βάση και μάλλον αντανακλά ιδεολογήματα του 18ου αιώνα.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου αναλύονται οι λεγόμενοι «σκοτεινοί αιώνες» (600-800 μ.Χ. περίπου) στο τέλος των οποίων αναδύεται η ανταγωνιστική Φραγκική Αυτοκρατορία του Καρλομάγνου. Τονίζεται ότι ακόμη και μετά την εισαγωγή του filioque από την Φραγκική Εκκλησία, ο Πάπας της Ρώμης παρέμενε ορθόδοξος, μέχρις ότου οι Φράγκοι εξεδίωξαν τους Ρωμαίους από τον Παπικό θρόνο. Συνεπώς, κατά την εμφάνισή του, το filioque αναδεικνύεται όχι ως μία δογματική διαφορά Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, αλλά ως ένα πολιτικό μέσο που χρησιμοποίησαν οι Φράγκοι για να διαφοροποιηθούν από τους Ορθόδοξους Ρωμαίους. Από την εποχή του Καρλομάγνου και μετά, η δυτική Ευρώπη αποκτά την αυτοσυνειδησία της και ορίζεται σε σύγκρουση με την  Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.

Ο συγγραφέας τονίζει ότι από τον Καρλομάγνο και μετά ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός διαφοροποιείται από τον ορθόδοξο ελληνορωμαϊκό. Συνεπώς οι σύγχρονοι ορθόδοξοι Έλληνες δεν έχουν κανένα λόγο να ταυτίζωνται με την  δυτική πολιτιστική παράδοση, η οποία επιβαρύνεται με αναρίθμητα εγκλήματα σε βάρος πολλών λαών της γης. Αντίθετα, θα πρέπει να προβάλλουν την δική τους παράδοση ως ελπίδα για όλη την ανθρωπότητα.





Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης