Χριστιανικός Ορθόδοξος Φιλανθρωπικός Σύλλογος Φίλων
Ιερού Ησυχαστηρίου Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου ο Άγιος Γρηγόριος Ο Παλαμάς
Καλάθι αγορών : 0 | 0,00

Οι Γκουρού ο νέος και ο Γέροντας Παΐσιος

Κωδικός: SOT-029


Έχετε 0 προϊόντα στο καλάθι
Ποσότητα:

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΦΑΡΑΣΙΩΤΗΣ

ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

Δεν ήθελα να εξαπατηθώ γιά μία ακόμη φορά στη ζωή μου. Παρ’ όλα τα θαμαστά γεγονότα που είχα δει από τον π. Παΐσιο…. Τον αμφισβητούσα. Δεν πίστευα τις εξηγήσεις που έδινε. Μπορεί αυτός να το βλέπει έτσι, η πραγματικότητα όμως να τον ξεπερνά. Μπορεί να κατέχει ένα τμήμα της αλήθειας, μπορεί κάποια άλλα τμήματα της αλήθειας να υπάρχουν και σ’ άλλα συστήματα σκέψης και σε άλλες θρησκείες. Μπορεί να είμαι τώρα επηρεασμένος από την έντονη προσωπικότητά του, από το περιβάλλον του Αγίου Όρους. Αν απομακρυνθώ, αν πάρω κάποια απόσταση να δω διαφορετικά τα πράγματα. 

Αποφάσισα λοιπόν να δώσω ίσες ευκαιρίες και στους Ινδουιστές γιόγκι. Τους γνώριζα βέβαια πριν γνωρίσω τον π. Παΐσιο, αλλά ποτέ δεν είχα πάει στην Ινδία, στο κέντρο τους, στην καρδιά τους. Αποφάσισα λοιπόν να ανοίξω την ψυχή μου και σε αυτούς, όσο την είχα ανοίξει και στο γέροντα. Αποφάσισα να πάω να ζήσω μαζί τους, να ζυμωθώ μαζί τους, όπως είχα κάνει και με τους ορθοδόξους μοναχούς. 

Γιά να είμαι τελείως ανεπηρέαστος και ανοιχτός, έβγαλα συμβολικά από πάνω μου το σταυρουδάκι που είχε φτιάξει με τα χέρια του ο γέροντας και πήγα στην Ινδία ανοιχτός… καλοπροαίρετος. Στην πραγματικότητα πίστευα ότι η γιόγκα μου ταιριάζει καλύτερα. Πίστευα ότι και αυτή είναι ένας δρόμος προς το Θεό.

Έτσι βρέθηκα στην Ινδία και έζησα γιά μήνες μέσα στά άσραμ μαζί με τους Σουάμι και τους γκουρού. Απόκτησα εμπειρίες και από τούς δύο χώρους. Πάλεψαν μέσα στην ψυχή μου. Μπόρεσα να συγκρίνω την ποιότητα και την προέλευσή τους.

Ήταν χωρίς κίνδυνο αυτή μου η στάση; Όχι, κινδύνεψα πολύ. Δεν τα έβγαλα πέρα με τις δικές μου δυνάμεις. Βοηθήθηκα η καλύτερα σώθηκα χάρη στις επεμβάσεις του Θεού που έλυνε πολλά πρακτικά καθημερινά προβλήματα, πέρα από τα πνευματικά. Αν δε βοηθούσε ο Θεός, θα είχα καταστραφεί ολοκληρωτικά.

Οι Γκουρού ο νέος και ο Γέροντας Παΐσιος
Του Διονυσίου Φαρασιώτου

 


Σελ. 511
Άδετο




ΣΤΟ ΑΣΡΑΜ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ

...Ήταν απόγευμα πια και άρχισα να ανεβαίνω τα απότομα σκαλοπάτια, για να φτάσω στην κορυφή που βρισκόταν το άσραμ. Με προσπέρασε τρέχοντας ένας ολόγυμνος Δυτικός, άντρας γύρω στα τριάντα, που τουρτούριζε από το κρύο, γιατί μόλις είχε βγεί   από τα παγωμένα νερά του ποταμού. Είχα διαβάσει για τα κρύα παρατεταμένα μπάνια που κάναν οι γιόγκι συνδυασμένα με μερικές ασάνες (πόζες), για να προκαλέσουν πίεση και διέγερση ορισμένων ορμονικών αδένων, ώστε ν' αλλάξει η βιοχημεία του σώματος. Όλα αυτά που έβλεπα γύρω μου θύμιζαν γνώσεις που είχα, ήταν πράγματα που ήθελα, είχα την επιθυμία να κάνω χρόνια τώρα... Η πρακτική εφαρμογή... η ζωή της γιόγκα,... της μαγείας. Η Μαγεία για μένα είχε θετική έννοια τότε.        

Όμως... ο γέροντας, το Άγιον Όρος, οι «Χριστιανικές» εμπειρίες φώναζαν το αντίθετο. Προειδοποιούσαν για το Διάβολο που εξαπατά, που μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός, προκειμένου να εξαπατήσει. Δεν πίστευα. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στα δύο, δε γνώριζα τι είναι τι. Γι' αυτό είχα έρθει στην Ινδία. Για να καταλάβω.                                            

Καθώς ανέβαινα τα σκαλοπάτια, φοβισμένος, έκπληκτος, γεμάτος περιέργεια και απορία, ένοιωσα να με πλησιάζει αοράτως μια ύπαρξη που με παρηγόρησε και με γαλήνεψε και με στήριξε, ενώ ταυτόχρονα άκουσα ολοκάθαρα μέσα στο νου μου μια φωνή να λέει: «Μη προσκυνήσεις τα είδωλα ουδέ μη λατρεύσεις αυτά. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου ούκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού».

Η πρώτη εντολή που είχε δώσει ο Θεός στο Μωυσή στο όρος Σινά!!! Εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο ήσυχος και καταλάβαινα τόσο βαθειά το νόημα της εντολής, που απορροφήθηκα από το νόημά της και όχι από τον περίεργο τρόπο που ήρθε σε μένα. Σήμερα πιστεύω ότι ήταν Άγγελος.

Ενώ ακόμα η φωνή αντηχούσε στο νού μου, τα σκαλοπάτια τελείωσαν και ήρθα φάτσα με φάτσα με έναν υπαίθριο, μικρό, ινδουιστικό ναό. Εκεί υπήρχαν οι διάφορες θεότητες του Ινδουιστικού πανθέου. Ένας «θεός» είχε ανθρώπινο σώμα και κεφάλι ελέφαντα, άλλος ήταν ανθρωπόμορφη μαϊμού, ο άλλος με 6 χέρια και 4 πόδια και άλλα διάφορα αγάλματα που δέχονταν λατρεία από τους κατοίκους του άσραμ. -«Αν δεν είναι αυτά είδωλα, τότε ποιά είναι;». Αναρωτήθηκα. Ήταν μια αποκάλυψη αυτό για μένα. Οι άνθρωποι ήταν ειδωλολάτρες!! Όπως οι αρχαίοι Έλληνες... όπως οι αρχαίοι λαοί προ Χριστού.                                       

Ταυτόχρονα κατάλαβα κάτι, που το ξεχνούσα κάποιες φορές αργότερα. Η μία πλευρά τουλάχιστον, η Ορθοδοξία, ήταν κάθετη. Ξεκάθαρα έλεγε ότι δεν έχουμε σχέση πνευματική μ' όλους αυτούς. Μάλιστα έπαιρνε και θέση αντιθετική. Ένα καθαρό ΟΧΙ.                            

Ενώ οι Ινδουιστές προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τα πράγματα μ' έναν τρόπο που έλεγε ότι όλοι είμαστε το ίδιο περίπου και ότι υπάρχουν μερικοί μικρόμυαλοι φανατισμένοι που δε θέλουν να το παραδεχθούν. Μου είχε γίνει φανερό ότι αυτή η στάση τους ήταν παραπλανητική. Το όχι δεν το έλεγε κάποιος μικρόμυαλος παπάς ή καλόγερος, το έλεγε ο Ίδιος ο Θεός μέσα από τις εντολές που έδωσε στον προφήτη Μωυσή ? κοίτα την Παλαιά Διαθήκη. Οι πιο βασικές εντολές ήταν ενάντια στην πολυθεΐα και την ειδωλολατρεία. «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού». Δηλαδή, «Εγώ είμαι ο Θεός, δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός από Εμένα». Τι πιο ξεκάθαρο απ' αυτό; Γιατί το έκρυβαν αυτό οι Ινδουιστές; Γιατί διαστρέβλωναν την πίστη των αντιπάλων τους; Γιατί επέμεναν να παρουσιάζουν διαφορετικά τα πράγματα; Για ποιά ομοιότητα μιλούσαν, όταν υπήρχαν τόσο μεγάλες διαφορές;                                      

Τι σχέση είχε ο Σίβα ή ο Γκανέσα με το ελεφαντίσιο κεφάλι ή ο άλλος που ήταν μαϊμού με το Θεό της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης; Όλοι αυτοί μοιάζαν πιο πολύ με το αρχαίο Δωδεκάθεο, με το θεό- πατέρα Δία και με το πλήθος των άλλων θεών και ημιθέων. Καμιά σχέση με τον Ένα, το Μοναδικό Θεό, τον Ποιητή του ουρανού και της γής. Δυστυχώς αυτό που μου έγινε ξεκάθαρο εκείνη τη στιγμή, το ξέχασα, το μπέρδεψα ή με μπέρδεψαν αργότερα.

Προσέξτε τη συμπεριφορά τους. Αξίζει τον κόπο. Για να μπεί κανείς στο άσραμ, έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά μέσα από το μικρό αυτό υπαίθριο ναό. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Με σταμάτησαν και μου είπαν να βγάλω τα παπούτσια και να περάσω ξυπόλυτος όσο είμαι στο ναό, γιατί ο τόπος είναι ιερός. Τα αγάλματα ήταν στολισμένα με λουλούδια και άλλα αφιερώματα. Αν αυτό δεν είναι λατρεία στα είδωλα, τότε τι είναι;                                                

Προχώρησα πιο μέσα στο ναό, με τα παπούτσια στο χέρι και είδα ένα άγαλμα κατάμαυρο, γυαλιστερό που το μόνο άσπρο που είχε πάνω του ήταν το ασπράδι των ματιών. Έδειχνε ένα χοντρό, νέο άνθρωπο στη στάση του λωτού. Αργότερα έμαθα ότι το στιλβωτό, αστραφτερό, κατάμαυρο άγαλμα παρίστανε τον Babaji και το είχαν φτιάξει οι μαθητές του από την Ιταλία. Ήταν και αυτό στο ιερό και το λάτρευαν μαζί με τ' άλλα αγάλματα. Ήταν από πορσελάνη. Οι άνθρωποι του άσραμ πίστευαν ότι ο Babaji ήταν θεός!!!... Μάλιστα Θεός!!!... ενσαρκωμένος!!! Γι' αυτό τον λάτρευαν κάθε πρωί και βράδυ. Περνούσαν όλοι ένας- ένας από μπροστά του, ενώ αυτός καθόταν αναπαυτικά σε μια εξέδρα και τον προσκυνούσαν, ξαπλώνοντας στο χώμα μπροστά του και δίνοντάς του δώρα. Αυτός τα έπαιρνε και τους έδινε πίσω ένα μέρος, μαζί με την «ευλογία» του. Όλη αυτή η διαδικασία κρατούσε γύρω στις δύο ώρες, ίσως και περισσότερο.    

 Σε διάφορα εμφανή μέρη του άσραμ υπήρχε κρεμασμένη η φωτογραφία των ποδιών του, όπου φαίνονταν υποτίθεται τα σημάδια από τα οποία οι άλλοι γιόγκι, οι υπόλοιποι γκουρού, ως το Δάσκαλο των δασκάλων, ως ένα Αβατάρ, ως την ενσάρκωση του Babaji .                        

Εγώ έβλεπα μόνο ένα ζευγάρι γυμνά παχουλά πόδια και αναρωτιόμουν πόσοι γνώριζαν τα σημάδια που θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ? ή αν υπήρχαν κάν τέτοια σημάδια και δεν ήταν όλη η ιστορία απλά για υποβολή και εντυπωσιασμό. Μία ακόμη λεπτομέρεια στο όλο ντεκόρ. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν μια ζωγραφιά. Φλόγες σχημάτιζαν μια καρδιά με έντονα κόκκινα και πορτοκαλί χρώματα, που υπήρχε σε πολλά σημεία στα διάφορα οικήματα. Ήταν το έμβλημα του γκουρού απ' ό,τι κατάλαβα.                                                                    

Με τις φίλες μου είχαμε χωρίσει. Αλλού έμενα εγώ, αλλού αυτές. Οι Δυτικοί (ευρωπαίοι, αμερικανοί, μαύροι) ήταν τουλάχιστον οι μισοί, αν όχι παραπάνω, από τους κατοίκους του άσραμ. Υπήρχε κάτι κοινό σε όλους εμάς.

Μοιράστηκε το φαγητό, φάγαμε σκόρπιοι κατά ομάδες και μετά αρχίσαμε να μαζευόμαστε σ' ένα παλιό οίκημα με χοντρές κολόνες και στέγη, χωρίς τοίχους, ανοιχτό από τις 3 πλευρές.Ήμουν από τους πρώτους που πήγα σ' αυτό το οίκημα. Με τράβηξε η μουσική από δύο μικρά τυμπανάκια. Κάποιος έψαλλε κιρτάν, θρησκευτικούς ινδουιστικούς ύμνους. Σε λίγο μαζεύτηκαν όλοι και γεμίσαμε το χώρο πυκνά, όρθιοι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Ήρθε και ο Ήρθε και ο Babaji με τη συνοδεία του, που πρέπει να ήταν αυτοί οι 5-6 ίδιοι γιόγκι πάντοτε. Ένας κύκλος πιο στενών μαθητών του. Μου έκανε εντύπωση ότι όλοι τους ήταν Δυτικοί, λευκοί.  Κάθισε, ξάπλωσε στην εξέδρα και άρχισαν να περνούν από μπροστά του... να τον προσκυνούν και να τον δωρίζουν. Ήταν τόσο... περίεργος που δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Είχα πάλι τα ίδια αισθήματα με την πρώτη φορά, μόνο που τώρα ήμουν δεκαπέντε μέτρα μακριά του. Τον κοιτούσα και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν. Να βγάλω ένα συμπέρασμα γι' αυτό το παράξενο πλάσμα. Απορροφούσα κάθε λεπτομέρεια από τις κινήσεις του, κάθε πληροφορία από τις εκφράσεις του. Αναγνώρισα πολλά που διάβαζα σε μαγικά βιβλία να εξασκούνται συνεχώς απ' αυτόν. Πίσω του στον τοίχο κρεμασμένο ένα μεγάλο πανί κεντημένο παρίστανε ένα βουνό με τρεις κορυφές και έναν ήλιο με πολύ ιδιόμορφο σχήμα. Αναγνώρισα αμέσως αυτό που είχα δει και διαβάσει σ' ένα βιβλίο στην Ελλάδα περί μαγείας.  

Ήταν το σύμβολο της υψηλής Μαγείας.

Η λατρεία που του έδειχνε ο καθένας διέφερε σε ένταση και βάθος. Πάντως όλοι πρόσεχαν αυτόν. Με πλησίασαν τρείς φορές και με παρεκίνησαν να πάω κι' εγώ να τον προσκυνήσω. Δεν το έκανα. Προσπαθούσα μόνο να τον κοιτάξω κατάματα.  

Κάποια στιγμή τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Αυτός δεν κοίταξε εμένα συγκεκριμένα. Το βλέμμα του περιφερόταν μέσα στην αίθουσα, δε σταμάτησε πάνω μου, απλά για μια στιγμή πέρασε το βλέμμα του μέσα από το δικό μου.  

Ε!... εκείνη τη στιγμή εγώ έχασα το περιβάλλον μου, έπεσα σε « έκσταση»!!...(;) Σαν να έβλεπα μέσα στο στήθος μου. Μέσα στο σκοτάδι... είδα με ζωηρότατα χρώματα την καρδιά μου μέσα στις φλόγες.

Το ίδιο ξαφνικά συνήλθα και είχα συνείδηση του τι μου είχε συμβεί. Συνέχισα να τον παρακολουθώ πιο εντυπωσιασμένος. Πάλι ήρθε κάποιος και μου είπε να πάω και εγώ μπροστά του. Να κάνω τι;... Μα ό,τι και όλοι οι υπόλοιποι... να τον προσκυνήσω. Δεν πήγα... Δεν ήξερα ποιος ήταν. Φοβόμουν...γιατί έπρεπε να προσκυνήσω δηλαδή;...   

Ξαφνικά εκεί που ήταν χαλαρωμένος ο Babaji σηκώθηκε και πήρε τη στάση του λωτού με μεγάλη ένταση και εγρήγορση και τα μάτια του έγιναν πολύ έντονα σαν μαύρο αστραφτερό κάρβουνο. Μπροστά του βρισκόταν κάποιος που τον λάτρευε πολύ βαθειά και έντονα, πράγμα που εκδήλωνε με τις κινήσεις του και το όλο του παρουσιαστικό και τις επανειλημμένες μετάνοιες, χωρίς κανένα ενδοιασμό. Του προσέφερε πολλά δώρα, πλουσιώτατα.               

Tότε ο Babaji στύλωσε τα μάτια του πάνω του με δύναμη. Ο άνθρωπος ένωσε σφιχτά τα χέρια μπροστά στο στήθος του και τα πόδια του μεταξύ τους. Έγινε σαν κολόνα. Ταυτόχρονα άρχισε να τρέμει και να χοροπηδά επί τόπου μ' ένα αφύσικο τρόπο, λες και είχε σούστες κάτω από τ' αλύγιστα πόδια του, ενώ ταυτόχρονα μούγκριζε δυνατά. Τι μούγκρισμα ήταν εκείνο! Δυνατό! Σου έπαιρνε τα΄ αυτιά. Σαν καμιά πληγωμένη και θυμωμένη αγελάδα. Τον κράτησε για ένα λεπτό περίπου σ΄ αυτή την κατάσταση. Μετά τον «άφησε» για λίγο και, πριν ο άνθρωπος συνέλθει τον «ξανάπιασε» πιο δυνατά αυτή τη φορά. Κουνιόταν εκεί μπροστά μου σαν κομπρεσέρ και μούγκριζε πολύ δυνατά. Όλοι είχαν μείνει άφωνοι και κοιτούσαν έκπληκτοι. Τι γινόταν μπροστά μου; τι έβλεπαν τα μάτια μου;... Μετά τον άφησε τελείως και συνέχισε να περνάει κόσμος από μπροστά του, ενώ αυτός πήρε τη συνηθισμένη χαλαρή μισοξαπλωτή θέση του. Μια κοπέλα δίπλα του μίλησε στο πλήθος και είπε ότι ο Babaji μόλις άρχισε τη «φώτιση» σ΄αυτό τον άνθρωπο!!!... Εγώ όμως βρισκόμουν σε δίλημμα. Σύμφωνα με την Ινδουιστική κοσμοθεωρία, για να φτάσει κανείς στη «φ ? τιση», το «Σαμαντί» ή όπως αλλοιώς το βαφτίζουν, χρειάζονταν πολλές προσπάθειες και έπρεπε να ζήσει κανείς πολλές ζωές ως γιόγκι. Ο Babaji τη «χάρισε» σ΄ αυτόν τον άνθρωπο μέσα σε λίγα λεπτά. Συντόμευσε την πνευματική του εξέλιξη κατά πολλούς κύκλους μετεμψύχωσης. Δεν ήταν αυτό μια ακόμη απόδειξη ότι ήταν...θεός;...Αυτό δεν έλεγαν οι πράξεις του;...Έτσι σκεφτόταν ο καθένας που είχε ασπασθεί την Ινδουιστική κοσμοθεωρία.                                                                                     

Η χριστιανική άποψη ήταν ότι ο υπερφυσικός γκουρού ήταν όντως υπερφυσικός, γιατί ήταν δαιμονισμένος. Είχε επιτρέψει δηλαδή να κατοικήσουν μέσα στην ανθρώπινη ψυχή του δαιμονικά πνεύματα. Η δύναμη που εκδηλωνόταν από μέσα του ήταν η πνευματική δύναμη των δαιμόνων.  

Ο άνθρωπος που τον λάτρεψε, λάτρεψε τους Δαίμονες που κατοικούσαν μέσα του και έτσι τους έδωσε το δικαίωμα να μπουν και μέσα στην δική του ψυχή. Το «φαινόμενο» που παρακολουθήσαμε δηλαδή ήταν η διαδικασία της κατάληψης της ψυχής του από τα δαιμόνια. Οι άλλοι που τον προσκυνούσαν δεχόντουσαν απλά μια δαιμονική επίδραση, άλλος πιο έντονα, άλλος λιγότερο, όχι όμως δαιμονοποίηση...όχι κατάληψη της ψυχής τους από τα δαιμόνια.   Ποια από τις δύο απόψεις ήταν η αλήθεια;...Η αντίθεση των δύο απόψεων ήταν οξύτατη. Τι ήταν «ο δάσκαλος των δασκάλων»;... Μάγος ή Άγιος; Θεός ή δαίμονας; Έπρεπε να βρω έναν τρόπο, ένα «κριτήριο» για να κρίνω, ένα «ζύγι» για να ζυγίσω, ένα «μέτρο» για να μετρήσω.

Σε λίγο σηκώθηκε μαζί με τους μαθητές του και έφυγε. Πέρασε από μπροστά μου, χωρίς να τον καταλάβω, αν και προσπαθούσα να τον δω από κοντά. Είδα μόνο την πλάτη του. «Κράτησε» το νου μου και δε μου επέτρεψε να τον κοιτάξω, όταν πέρασε από δίπλα μου.

Κάνοντας βόλτα μέσα στον χώρο του άσραμ, συνάντησα τη φίλη μου τη Ν. Ήταν έκπληκτη και καταθορυβημένη. Μου είπε ότι η Χ., η άλλη φίλη μας, είχε πέσει στο κρεβάτι άρρωστη και έχανε πολύ αίμα λόγω εμμήνου ρύσεως, αλλά αφύσικα πολύ αίμα, δεν το κουνούσε από κει και ήταν πολύ φοβισμένη. Όλες οι γυναίκες λέει κοιμούνταν κάτω από το δωμάτιο του Babaji . Και έκανε διάφορα σχόλια άσεμνα γι΄ αυτό. Το έρριχνε στην πλάκα. Αφού τα είπαμε , λίγο χωρίσαμε.  

Το δωμάτιο που έμενε o Babaji ήταν απομονωμένο από τα υπόλοιπα κτήρια, είχε ιδιαίτερη είσοδο και ήταν στολισμένο εξωτερικά με πολύχρωμα γυαλιστερά πλακάκια. Πολύ γύφτικο για τα γούστα μου. Στην είσοδο με σταμάτησε κάποιος Ευρωπαίος. «Εδώ δεν μπορείς να μπεις» είπε και μου εξήγησε τα σχετικά. Ο άνθρωπος ντρεπόταν και ήταν μουδιασμένος. Ο λόγος ήταν ότι παρουσίαζε ένα γελοίο θέαμα. Κρατούσε ένα καλάμι στο χέρι, φορούσε ένα αστείο σκουφάκι και είχε μια ψάθα για ασπίδα. Του είχαν αναθέσει να φυλάει την είσοδο του Babaji . Ένοιωθε άσχημα και ήθελε να δικαιολογηθεί.   

 Τον λυπήθηκα. Κάθισα λίγο μαζί του και μου είπε την ιστορία του. Γνώριζε κάμποσα χρόνια τον γκουρού. Ήθελε να πάρει κάποια προαγωγή στην εταιρεία του, και γι΄ αυτό ήρθε να παρακαλέσει τον Babaji να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του, γι΄ αυτό το λόγο. «Φυσικά θα μπορούσα να γράψω ένα γράμμα μόνο, αλλά προτίμησα να έρθω ο ίδιος», είπε. Γι' αυτό άραγε δεχόταν αυτό το γελοίο ρόλο;... Επίτηδες τον γελοιοποιούσαν; η τον συνήθιζαν έτσι στην απόλυτη υπακοή και επέβαλαν την εξουσία τους πάνω του μ' αυτό τον τρόπο;                     Το βράδυ κοιμήθηκα σ' ένα μεγάλο δωμάτιο, με άλλα δέκα άτομα. Όλοι περίπου είχαμε την ίδια ηλικία. Όλοι είχαμε τα σακίδια και τους υπνόσακους και φαντάζομαι τον ίδιο πάνω -κάτω τρόπο ζωής και νοοτροπίας.  

Κάποιος απ' αυτούς μου είπε ότι έβγαζε το ψωμί του διδάσκοντας στην Αμερική τους ανθρώπους να αναπνέουν. Δηλαδή αναπνευστικές κινήσεις γιόγκα! Επάγγελμα και αυτό! Σιγά -σιγά θα μας διδάσκουν πώς να περπατάμε, σκέφτηκα!  

Το πρωί ξύπνησα, με την ανατολή και ανέβηκα σ' ένα λόφο έξω από το άσραμ, όπου συνάντησα την Ν. να μου λέει ότι έχουμε αργήσει και πρέπει οπωσδήποτε να πάμε στην πρωινή τελετή μπροστά στον γκουρού. Μας κάναν μάλιστα παρατήρηση, γιατί αργήσαμε, αυτό δεν επιτρεπόταν. Ήταν ασέβεια στο πρόσωπό του.

Αυτή τη φορά ο Babaji δεχόταν τους μαθητές του στην αυλή του δωματίου του . Μπήκαμε και εμείς εκεί. Ήταν λίγο στενά. Κάθισα προς τα πίσω και παρακολουθούσα όλος με απορία. Κάποιος μου έκανε παρατήρηση έντονη, γιατί υπήρχε ένα μικρό ιερό με φωτογραφίες και ζωγραφιές ανθρωπόμορφων ζώων ή ζωόμορφων ανθρώπων που ήταν θεοί. Κι' εγώ χωρίς να έχω πρόθεση τους... πρόσβαλα καθήμενος μέσα στο χώρο του ιερού.

Πάλι τα ίδια. Η θέα αυτού του πλάσματος ήταν αλλόκοτη. Έβλεπες μπροστά ένα θέαμα φοβερό. Από την άλλη μεριά ήταν μόνο ένας χοντρός νέος άνθρωπος.

Κοιτούσα, προσπαθούσα κάτι να καταλάβω, κάποιο στοιχείο που θα μου έδινε πληροφορίες. Και ήρθε...Πιστεύω ότι τα μικρά παιδιά, σαν πιο αγαθά έχουν καλύτερο ένστικτο από τους μεγάλους. Νοιώθουν πιο άμεσα τα συναισθήματα. Βιώνουν τον κόσμο μέσα από την καρδιά. Το μυαλό δεν τα μπερδεύει με διάφορα διανοήματα που μπορεί να μην έχουν καμία υπόσταση.       Ήταν λοιπό ένα ζευγάρι Αυστραλοί, στη μέση της ουράς περίπου. Είχαν ένα μικρό τεσσάρων χρονών. Ξαφνικά ο Babaji ζήτησε να του φέρουν το παιδί. Πράγματι, το πήρε από τους γονείς ένας γιόγκι της συνοδείας του να το πάει.  

 Μόλις το παιδί τον πλησίασε, άρχισε να κλαίει να τσιρίζει, να χτυπιέται και να προσπαθεί να φύγει μακριά του. Μου έσκισαν την καρδιά τα κλάματά του. Οι γονείς του καθόντουσαν χωρίς καμία αντίδραση. Το πήρε ο γκουρού το παιδί στην αγκαλιά του, έβαλε τον αντίχειρά του στο στόμα του παιδιού, και τον δείκτη του ανάμεσα στα φρύδια του, και το παιδί τελείως απότομα

... κοιμήθηκε. Ύπνος ήταν ή τίποτε άλλο; (π.χ. ύπνωση;). Το κράτησε το παιδί σχεδόν όλη την ώρα της τελετής σ' αυτή την κατάσταση.  

Η άρνηση του παιδιού και ο φόβος του μου έκαναν εντύπωση. Θυμήθηκα από το Ευαγγέλιο, με πόση χαρά και εμπιστοσύνη αγκάλιαζαν τα παιδιά το Χριστό.

Πάλι μας πλησίασαν... πάλι μας προέτρεψαν να πάμε να τον προσκυνήσουμε... Δεν πήγαμε!!! Ούτε εγώ, ούτε η φίλη μου. Η άλλη η φίλη μας ήταν ξαπλωμένη και δεν το κουνούσε από το κρεβάτι. Το αίμα που έχανε ήταν ένας καθαρισμός. Ευλογία του γκουρού!!... Αυτή την εξήγηση είχαν δώσει.

Πέρασαν όλοι από μπροστά του, εκτός από εμάς, και μετά σκορπίσαμε. Μας βρήκαν ύστερα από λίγο και μας είπαν να φύγουμε από το άσραμ. Δεν τους άρεσε η συμπεριφορά μας! Τι είχαμε κάνει; Επειδή δεν προσκυνήσαμε;!!... Η φίλη μου με ανακούφιση και χαρά πήγε να ετοιμάσει τα πράγματά της.

Εγώ έπεσα σε δίλημμα. Να φύγω; Χωρίς να βγάλω συμπέρασμα; Χωρίς να καταλήξω κάπου; Μα γι' αυτό είχα έρθει στην Ινδία. Να φύγω με άδεια χέρια;  

Ζήτησα να δω τον γκουρού. Πήγαν να ρωτήσουν και σε λίγο γύρισαν να με οδηγήσουν κοντά του. Καθώς έμπαινα στην αυλή του, έκανα το σταυρό μου και ζήτησα βοήθεια από το Θεό. Δεν ξέρω τι μου έκανε από μακριά, αλλά το μυαλό μου δεν λειτουργούσε καλά. Κάπως σαν να ...έφυγε. Βρέθηκα να προχωρώ προς το μέρος του. Όταν έφτασα στα δύο μέτρα, κοίταζα να καθίσω κάπου, γιατί νόμιζα ότι θα συζητούσαμε.  

Με κοίταξε άγρια...φοβισμένα...και με αηδία. Μάζεψε τα πόδια του και έστρεψε το πρόσωπό του στο πλάι, σαν να μην ήθελε να με δει, σαν να με φοβόταν, σαν να με σιχαινόταν και στρίγκλισε δυνατά.

Get out! (Φύγε).

Τα έχασα ακόμη πιο πολύ. Κοίταξα με απορία.  

Get out ! στρίγκλισε δυνατότερα.  

Only one question ...(Μόνο μια ερώτηση), είπα  

No questions , here ! Get out (Δεν έχει ερωτήσεις εδώ. Φύγε!).   

Έκανα μεταβολή και έφυγα ζαλισμένος.

Ήμουν γεμάτος απορία. Τι συμπεριφορά ήταν αυτή;

...Συνάντησα τις φίλες μου, τυχαία βγαίνοντας έξω από την αυλόπορτα του.

-Εμείς φεύγουμε οπωσδήποτε , εσύ θα έρθεις;

«Άντε να φύγω και ξανάρχομαι, αν θέλω», σκέφτηκα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού.

Οι φίλες μου ήταν φεμινίστριες. Με το Χριστιανισμό είχαν εχθρικές μάλλον σχέσεις, ενώ έβλεπαν με κάποια θετική διάθεση τα διάφορα περί τη γιόγκα και τη μαγεία. Γι' αυτό μου έκανε εντύπωση η διαπίστωση και η παραδοχή που έκανε μία από αυτές.                                    

-Καλέ, τι ήταν αυτός;...Πέσε και προσκύνησέ με!...Ενώ η δικιά μας η θρησκεία είναι γλυκιά. Αυτός έχει μια αγριίλα.  

Την κοίταξα παραξενεμένος. Είχε ξεπεράσει την ιδεολογία της.  

Στην επιστροφή βρεθήκαμε μ' ένα βραχμάνο, μαθητή του γκουρού και μία Ολλανδέζα που έμενε χρόνια στην Ινδία, μαθήτριά του και αυτή.

Ο βραχμάνος εκδήλωνε φανερά το ρατσισμό του απέναντι στους Ινδούς χαμηλότερης κάστας. Μας προσκάλεσε να μας φιλοξενήσει στο σπίτι του. Κάπου στους πρόποδες των Ιμαλαΐων. Μας είπε ότι η γυναίκα του είναι τρελή. Θεωρούσε την τρέλα ιερή. Με είχε τόσο πολύ ενοχλήσει η περιφρόνηση που έδειχνε στους συμπατριώτες του που αρνήθηκα την προσφορά του, προς μεγάλη έκπληξη της Ολλανδέζας μαθήτριας του Babaji .                                            

Τελικά με τη βοήθεια της Ολλανδέζας γυρίσαμε στην πρωτεύουσα , στο Νέο Δελχί. Μείναμε, πληρώνοντας όσο σ' ένα καλό ξενοδοχείο, στο άσραμ του Σρι Αουρομπίνο.  

Εκ του βιβλίου "Οι γκουρού ο νέος και ο γέρων Παΐσιος" του Διονυσίου Φαρασιώτου


ΟI ΓΚΟΥΡΟΥ, Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ

Συνοπτική παρουσίαση του ομώνυμου βιβλίου του Δ. Φαρασιώτη, από τον Κων/νο Παπαχριστοδούλου, Πρόεδρο του Δ.Σ. της Π.Ε.Γ.
 

(α' μέρος)

«Η πρωταρχική ερώτηση που από την απάντησή της εξαρτιόνταν όλες οι απαντήσεις στην αλυσίδα των ερωτήσεών μου ήταν: Υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός;» 

«Ήμασταν μια παρέα δευτεροετών, τριτοετών φοιτητών, αγόρια, κορίτσια. Ζούσαμε ανέμελα, μια και μας έτρεφαν οι γονείς μας. Ολονών μας τα ενδιαφέροντα άρχιζαν όπου τελείωνε το Πανεπιστήμιο. Θυμάμαι εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ ψυχολογία: Ράιχ, Φρομ , Γιουνγκ, Φρόυντ και Κούπερ. Διάφορους μυστικιστές, όπως, Βιβεκανάντα, Κρισναμούρτι και τις Σούτρες του Βούδα και του Πανταζάλι. 

Ήμουν 19 χρονών. Δεν είχα καμία σχέση με τη θρησκεία από την παιδική μου ηλικία. Αντίθετα ήμουν μάλλον Μαρξιστής». 

Κάπως έτσι ξεκινάει το συναρπαστικό ταξίδι του Διονυσίου Φαρασιώτη. Ενός νέου που είναι γεμάτος μεταφυσικές αναζητήσεις, που διψάει για την «άλλη» γνώση. Που δεν συμβιβάζεται με τα απλά, τα «καθημερινά», τα «τετριμμένα». Αυτή η δίψα για αναζήτηση υπάρχει λίγο ως πολύ σε κάθε άνθρωπο. Ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή του και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει και δρα ο καθένας από μας, εκδηλώνει τις μεταφυσικές του αγωνίες με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Η «περιπέτεια του Δ. Φαρασιώτη, όπως ξετυλίγεται μέσα στο βιβλίο του, θυμίζει το ταξίδι του Οδυσσέα προς την «Ιθάκη». Πρόκειται για μια πορεία που τελικό προορισμό της, έχει την ολοκλήρωση του άνθρωπου, την εύρεση του νοήματος ζωής, τον «φωτισμό» του νου, ή τον «σκοτισμό» του;  Θα φανεί στην πορεία... 

Το ταξίδι της ζωής, για κάθε άνθρωπο, είναι σίγουρα δύσκολο, κουραστικό, πολλές φορές οδυνηρό ακόμη και καταστροφικό. Χρειάζεται υπόβαθρο, σταθερή πορεία και προοπτικές. Ευγενείς στόχους και υψηλά ιδανικά. Οι κίνδυνοι είναι πολλοί. Όπως θα καταδείξουμε ο ήρωάς μας, ως άλλος Οδυσσέας, ταξίδεψε πολύ μεγάλο δρόμο. Πέρασε από πολλές συμπληγάδες και κινδύνεψε να χάσει, όχι μόνο τη ζωή του, αλλά και την ψυχή του. 

Το βιβλίο, όπως λέει και ο συγγραφέας του, είναι «αυτοβιογραφικό». Τα γεγονότα που περιγράφονται συνέβησαν σε διάστημα, 10 περίπου ετών. Η δομή και η πλοκή του βιβλίου είναι πυκνή αλλά εξόχως συναρπαστική. Εξελίσσεται σε επεισόδια, σαν να πρόκειται για κινηματογραφική ταινία. Οι περιγραφές είναι πολύ γλαφυρές και λεπτομερείς. Δεν αφήνουν τον αναγνώστη να κουραστεί. Από την αρχή του βιβλίου μέχρι και το τέλος, είναι συνεχής και διάχυτη η αγωνία του συγγραφέα για την αναζήτηση της αλήθειας. Πρόκειται για την πλήρη, ολοκληρωμένη και απόλυτη υπαρξιακή αλήθεια. Τον τελικό προορισμό του ανθρώπου. Μέσα στο βιβλίο ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που τον ταλανίζουν. Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Ποιος είναι ο προορισμός μου; 

Περιγράφει με πολύ ρεαλισμό, περιστατικά και περιπέτειες, από τα σπουδαστικά του χρόνια όπου εμπλέκεται με υπνωτιστές, μέντιουμ, μασόνους, πνευματιστές και αποκρυφιστικές ομάδες, κάθε είδους. Επίσης περιγράφει τις επαφές και τις εμπειρίες του με τον γέροντα Παΐσιο. Τους διάλογους και τις συμβουλές του. Τα ταξίδια του στις Ινδίες και τις εμπειρίες με «σατανικούς» Γκουρού και αμφίβολους «αγίους» της ινδουιστικής κοσμοθεωρίας. Τις αλλεπάλληλες, σωτήριες παρεμβάσεις του π. Παϊσίου και τέλος την αποτίναξη της πλάνης και την κάθαρση μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Πολύ σημαντική θεωρούμε ότι είναι και η κριτική θεώρηση του ινδουιστικού και βουδιστικού κοσμοειδώλου. Ο Φαρασιώτης αποκαθηλώνει το πάνθεον του Ινδουισμού και ερμηνεύει τις πρακτικές της Γιόγκα, με έναν πρωτότυπο και καταλυτικό, για τον αναγνώστη, τρόπο.
 

1° Μέρος. «Το σπρώξιμο στο κακό»
 

Η ιστορία μας ξεκινάει πολύ νωρίς, όταν ο συγγραφέας είναι ακόμη πολύ μι¬κρός, 12-13 ετών. Πρόκειται για ένα κλειστό παιδί, χωρίς πολλούς φίλους. Ζει μέσα στις έντονες αμφισβητήσεις και τους προβληματισμούς της εφηβείας. Έχει πολύ μεγάλη αγάπη όμως για το διάβασμα. Κυριολεκτικά ξετινάζει τη βιβλιοθήκη του σπιτιού του. Ένα όμως από τα βιβλία που διάβασε, έμελλε να επηρεάσει τη ζωή του, για τα επόμενα 10 χρόνια. Πρόκειται για το βιβλίο, «Τι πιστεύω» του Λόρδου Μπέρτραντ Ράσελ, ιδρυτή της Διεθνούς Αμνηστίας. Γράφει σχετικά ο Φαρασιώτης: «Ο Ράσελ δήλωνε άθεος. Το βιβλίο του όμως δεν μπορούσε να με πείσει ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά ούτε μπόρεσα να απαντήσω με βεβαιότητα, ότι....υπάρχει Θεός! Το ζήτημα έμεινε αναπάντητο και μετέωρο. Μπόρεσε όμως να με κάνει να απορρίψω τη Χριστιανική θρησκεία και τις επιταγές της. Από τότε δεν ασχολήθηκα ξανά μαζί της». 

Με αυτές τις προδιαγραφές ξεκινάει το ταξίδι του νέου στη ζωή. Χωρίς Χριστό, αλλά με εντονότατη διάθεση για αναζήτηση. Ο ίδιος ομολογεί: «Έψαχνα με πάθος την ανάπαυση που ψάχνει η αλήθεια». 

Έτσι, κατά τα φοιτητικά του χρόνια, 19 ετών πια, μπαίνει πλέον σε «βαθιά νερά». Ασχολείται με τον αποκρυφισμό, τον υπνωτισμό και τον πνευματισμό. Πολύ χαρακτηριστικές και συνάμα σοκαριστικές, είναι οι εμπειρίες που περιγράφει με έναν σκοτεινό υπνωτιστή: «Ο Άρης ήταν λαϊκής καταγωγής και δεν είχε πάει Πανεπιστήμιο. Τον ενδιέφεραν τα πνευματιστικά φαινόμενα. Άρχισε να μας λέει για τον κόσμο των πνευμάτων, ότι είναι πολύ όμορφα εκεί, ότι αισθάνεται κανείς γαλήνιος και ξεκούραστος, ότι αποκτά περίεργες δυνάμεις… Μας έκανε διάφορα test για να δει την επιδεκτικότητά μας και αν έχουμε προσόντα για μέντιουμ». Ο νέος μας δέχεται μετά από την διδασκαλία, να τον υπνωτίσει. Λέει χαρακτηριστικά: «Όντως υπνωτίστηκα. Και άρχισα να νιώθω έντονα μια παρουσία. Με ξύπνησε. Όμως την παρουσία αυτού του προσώπου την ένιωθα διάφορες στιγμές μέσα στο δωμάτιο». 

Μπορεί σίγουρα ο καθένας να φανταστεί τι είδους παρουσία ήταν αυτή που έφερνε βόλτες μέσα στο δωμάτιο. Σημαντικές όμως είναι και οι παρενέργειες αυτής της εμπειρίας: «Μετά όμως από τον υπνωτισμό άρχισα να νιώθω διάφορα περίεργα συναισθήματα. Άκουγα κρότους, θορύβους και η τρίχα μου γινόταν κάγκελο από την αίσθηση μιας ξένης παρουσίας». Είναι γεγονός ότι αυτές οι, οπωσδήποτε, δαιμονικές εμπειρίες συνεχίστηκαν ακόμα πιο έντονες αλλά τίποτα δεν πτοούσε το νέο μας. Η αναζήτηση συνεχίστηκε σε άλλες ατραπούς.
 

2° Μέρος. Η θεία βοήθεια.

Ο γέροντας Παΐσιος μπαίνει στη ζωή μου
«Είχε τελειώσει το Καλοκαίρι και μαζί του τα χρήματά μας. Όμως θέλαμε να συνεχίσουμε τις διακοπές μας, τα μπάνια μας και τα ταξίδια μας. Τότε κάποιος φίλος πρότεινε να πάμε στο Άγιο Όρος. Δέν είχα ιδέα.
-Τί θα κάνουμε εκεί; Ρώτησα.
-Θα γυρνάμε από μοναστήρι σε μοναστήρι, τζάμπα φαγητό και ύπνο, και ενδιάμεσα καμιά βουτιά, απάντησε ο φίλος μου.
-Εντάξει πάμε».
Η εμπειρία στο Άγιο Όρος ήταν καταλυτική. Κράτησε μόνο 4 μέρες. Ο νέος μας πέρασε από 3 μοναστήρια. Οι επαφές του με χαρισματικούς γέροντες γαλήνεψαν την ψυχή του και τον προβλημάτισαν έντονα. Για πρώτη φορά έβλεπε να εφαρμόζεται στην πράξη το ευαγγέλιο του Χριστού. Κοινοκτημοσύνη, ζεστή φιλοξενία, ανυπόκριτη αγάπη, κατανόηση, πνεύμα φιλαδελφείας και αυτοθυσίας. Γρήγορα ακολούθησε κι άλλο ταξίδι. Το δεύτερο έμελλε να σημαδέψει την ύπαρξή του. Τότε έγινε η πρώτη συνάντηση με τον γέροντα Παΐσιο. Η σκηνή περιγράφεται στο βιβλίο τόσο γλαφυρά που νομίζει ο αναγνώστης ότι βλέπει μπροστά του, τους δύο πρωταγωνιστές.

«Όταν έφτασα κοντά στο σπίτι, από την μπροστινή μεριά, κάτω από το μπαλκόνι, ο γέροντας μου ζήτησε να τον δώσω μια ζακέτα που είχε πέσει κάτω.

Έπιασα τη ζακέτα και σήκωσα το κεφάλι μου απλώνοντας ψηλά το χέρι να του τη δώσω. Ο γέροντας έσκυβε από το μπαλκόνι να την πιάσει. Τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά. Τι βλέμμα ήταν εκείνο! Τα μάτια του μεγάλα,... γλυκά... έντονα... διεισδυτικά... Πετούσαν σπίθες.

Τι δύναμη ήταν εκείνη! Υπήρχε κάτι το ιερό σ' εκείνο το βλέμμα. Κάτι που ξεπερνούσε την ανθρώπινη φύση, όπως τη γνώριζα μέχρι τότε!

Αστραπιαία κατέβασα το κεφάλι μου. Δεν άντεχα την πνευματική δόξα που συνάντησα μπροστά μου. Ήμουν πολύ μικρός. Είχα γεμίσει δέος».

Και συνεχίζει τη διήγησή του μεταφέροντας σε μας λίγη από την αγιότητα που κουβαλούσε ο γέροντας. Αργότερα, όπως θα δούμε παρακάτω, ο π. Παΐσιος έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή του, που τον μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Αλλά ο δρόμος μέχρι το τέλος θα ήταν πολύ μακρύς και δύσκολος.

Τώρα πλέον, όπως ομολογεί ο ίδιος, μετά τις επισκέψεις στο Άγιο Όρος, ένιωθε κάποια αόρατη, ανεξιχνίαστη δύναμη να επιδρά στα γεγονότα της ζωής του. Διάφορα θαυμαστά γεγονότα, άρχισαν να συμβαίνουν επίσης:
«Επειδή δεν υπήρχε καμιά εικόνα στο σπίτι μου, έβγαλα από το στήθος μου ένα ξύλινο σταυρό. Τον είχε φτιάξει με τα χέρια του και τον είχε δωρίσει ο π. Παΐσιος. Τον κρέμασα κάπου στον τοίχο και αρχίσαμε να διαβάζουμε κουτσά στραβά την προσευχή.... Μια ευωδιά χτύπησε τη μύτη μου. Ένα άρωμα πολύ όμορφο, δυνατό και λεπτό έβγαινε από το σταυρό. Ο φίλος μου σκύβει να προσκυνήσει. Γυρνάει με έκπληξη. «Ρε συ...μυρίζει! Μου λέει. Ε! από κει και πέρα πέσαμε πάνω στο σταυρό. Τον φιλούσαμε, τον μυρίζαμε μια ο ένας και μια ο άλλος. Η ευωδιά πια είχε γεμίσει το δωμάτιο».

Οι επισκέψεις στο Άγιο Όρος γίνονται πολύ τακτικές. Μερικές κρατούν 2-3 μήνες. Περιγράφονται στη συνέχεια πλήθος από θαυμαστά γεγονότα που συμβαίνουν και προκαλούν την πίστη και το μυαλό του. Η συμβουλή όμως του γέροντα ήταν: «Δεν πρέπει να δίνεις σημασία σ' αυτά τα γεγονότα, ούτε να πολυασχολείσαι μαζί τους, γιατί υπάρχει κίνδυνος να σε πλανέψει ο διάβολος.

Αν ένα γεγονός είναι εκ Θεού και συ το παραθεωρήσεις από πνευματική προσοχή, τότε ο καλός Θεός, θα βρει άλλο τρόπο, πιο φανερό, για να σου μιλήσει». Γέμιζαν έτσι οι πνευματικές «μπαταρίες» του νέου μας. Παρά όμως τις τρομακτικές πνευματικές εμπειρίες που ζει κατά τις επισκέψεις στο Άγιο Όρος αλλά και την καταλυτική παρουσία του π. Παϊσίου στη ζωή του, ο νέος της ιστορίας μας, συνέχιζε την αμφισβήτηση και την αναζήτηση.
 

3° Μέρος. Μεταξύ δυο πνευματικών παραδόσεων

«Εκτός από το Γέροντα δεχόμουν επιδράσεις και από αλλού. Η άσωτη ζωή μου με εξέθετε σ' αυτές τις επιδράσεις. Το ενδιαφέρον μου για τον αποκρυφισμό, τον εσωτερισμό, τη «λευκή μαγεία», τη γιόγκα, το Ζεν, το Βούδα, όλα τέλος πάντων τα συναφή, δεν είχε ματαιωθεί. Βέβαια ο Γέροντας με είχε προειδοποιήσει, -κοίταξε παιδί μου, υπάρχουν δύο δυνάμεις σ' αυτό τον κόσμο. Ο Θεός και ο διάβολος. Εξαρτάται με ποιον συγγενεύει κανείς».

Παρά τις νουθεσίες του γέροντα, ο νέος μας, πέφτει πάλι στην αναζήτηση. Συναντάται με μία ινδή γιόγκι από το άσραμ (κοινόβιο) του γνωστού γκουρού Σατυανάντα. Τη θεωρεί σπουδαίο πρόσωπο. Εκπροσωπεί γι' αυτόν, την ινδουιστική πνευματικότητα. Κάνει μαζί της συζήτηση και της θέτει ζητήματα περί Θεού και διαβόλου. Τελικά φεύγει απ’ αυτήν με περισσότερα ερωτήματα από πριν.

Ακολουθεί η εμπειρία με το Silva Mind Control. Μια μέθοδο που ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτει τις κρυμμένες δυνάμεις του εγκεφάλου. Ο φίλος μας παρακολουθεί τα σεμινάρια αυτής της μεθόδου.
«Υποτίθεται ότι μετά από αυτά τα σεμινάρια είχαμε αποκτήσει κάποιες δυνάμεις. Για παράδειγμα, μπορούσαμε από μακριά να διαγνώσουμε τις αρρώστιες από τις οποίες πάσχει κάποιος άνθρωπος. Υποτίθεται ότι είχαμε τη δυνατότητα να προγραμματίζουμε το μέλλον μας κ.ο.κ.».

Οι εμπειρίες όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, είναι καταλυτικές. Αυτό όμως που κάνει τη διαφορά είναι ότι τώρα υπάρχει πλέον, μέτρο σύγκρισης. Και αυτό είναι οι πνευματικές εμπειρίες που είχε ζήσει στο Άγιο Όρος. Έτσι, έντονος προβληματισμός άρχισε να διακατέχει το νέο μας:
«Γέμισα έκπληξη! Τι είναι αυτά τα πράγματα) ...Είναι μαγείες; ...Ποιος προετοιμάζει τα γεγονότα για χάρη μου;... Μήπως οι δαίμονες; ...Μήπως έχουν δίκιο οι καλόγεροι;».

Έτσι, πολύ γρήγορα και μέσα σε έντονο προβληματισμό, σπεύδει να επισκεφτεί το Άγιο Όρος και τον γέροντα. Δοκιμάζει όμως άλλες δοκιμασίες και διαφορετικές πλέον εμπειρίες. Αγιασμένες με τη χάρη του Θεού. Και ο πονηρός πάντα να προσπαθεί να τον δοκιμάσει, να τον πλανήσει. Αυτός όμως να βρίσκει καταφυγή και δύναμη στο γέροντα Παΐσιο:
 

«-Γέροντα τι μου συνέβαινε πριν;
-Ε! Σε πείραζε το ταγγαλάκι (Έτσι ονόμαζε ο γέροντας τους δαίμονες). Μη φοβάσαι! Μάχη είναι! Όταν δυσκολεύεσαι, να έρχεσαι να ρίχνω κι εγώ μια σφαίρα να σε βοηθάω. Να λες την ευχή. Κάτσε να σου φέρω κι ένα... Πνευματικό κράνος, είπε γελώντας. Σηκώθηκε, πήγε μέσα στο σπίτι και μου φόρεσε ένα καφέ σκούφο.... Τον πήρε, τον ευλόγησε τρεις φορές και μου τον φόρεσε στο κεφάλι γελώντας. Τώρα δεν θα σε πλησιάζουν οι λογισμοί...».
 

4° Μέρος. Η ζωή μου στην Ινδία

Πριν το μεγάλο ταξίδι στην Ινδία, μας δίνει ο ίδιος την εξήγηση για την απόπειρα, να ζήσει κάτι διαφορετικό, από τη γαλήνη και την πνευματικότητα του Αγίου Όρους:
«Δεν ήθελα να εξαπατηθώ για άλλη μια φορά στη ζωή μου. Παρ' όλα τα θαυμαστά γεγονότα που είχα δει από τον π. Παΐσιο... τον αμφισβητούσα. Δεν πίστευα στις εξηγήσεις που έδινε. Μπορεί αυτός να το βλέπει έτσι, η πραγματικότητα όμως τον ξεπερνά. Μπορεί να κατέχει ένα τμήμα της αλήθειας, μπορεί κάποια άλλα τμήματα της αλήθειας να υπάρχουν και σε άλλα συστήματα σκέψης και σ' άλλες αλήθειες».

Έτσι, μπαίνει μέσα του η ιδέα να ταξιδέψει στην Ινδία. Να ζήσει σε άσραμ, να μιλήσει με «φωτισμένους» Γκουρού και να βιώσει την «ανατολική» -ινδουιστική πνευματικότητα.
Η πέννα του συγγραφέα, με πολύ γλαφυρό τρόπο, με έντονες περιγραφές και ζωντανές εικόνες, δίνει στον αναγνώστη, την πραγματική εικόνα της Ινδίας. Μιας πολυπληθούς χώρας, που ζει μέσα σε έντονες αντιθέσεις. Πρώτος σταθμός, το Βαρανάσι. Ο πλέον ιερός τόπος των ινδουιστών, δίπλα στο Γάγγη ποταμό. Μία συνάντηση με ένα νεαρό γιόγκι του άνοιξε το δρόμο για το «μεγάλο» Γκουρού Babaji? το «σαρκωμένο Θεό»? αυτόν που ζούσε στα Ιμαλάια. Για κάποιον δυτικό που είχε διαβάσει σχετικά και είχε μυηθεί στον Ινδουισμό, η συνάντηση με αυτό το πρόσωπο, αποτελούσε το τέλος ενός δρόμου στην αναζήτηση της αλήθειας. Ο νέος μας, μένει έκπληκτος όταν άκουσε ότι μπορεί να τον συναντήσει. Έτσι, ξεκινάει το μεγάλο ταξίδι. Μεγάλη περιπέτεια, πολλά τα εμπόδια αλλά και τεράστια η αγωνία για συνάντηση με τον «δάσκαλο των δασκάλων».

 



ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ, Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

Συνοπτική παρουσίαση του ομώνυμου βιβλίου του Δ. Φαρασιώτη, από τον Κων/νο Παπαχριστοδούλου, Πρόεδρο του Δ.Σ. της Π.Ε.Γ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)

(β' μέρος)

«Κοντά στην κοιλάδα υπήρχαν κτισμένα μια πυραμίδα ύψους 5 μέτρων, ένα μέρος που έκαιγαν συνέχεια φωτιά και άλλα σύμβολα, φτιαγμένα με πέτρες. Ό,τι διάβαζα στα διάφορα αποκρυφιστικά βιβλία ή στα βιβλία λευκής μαγείας και γενικότερα ό,τι πληροφορίες είχα από τον ευρύτερο αυτό χώρο, ό,τι ακούσματα... εδώ ήταν πραγματικότητα!»... Είχα φτάσει στην πηγή, είχα βρει το κέντρο! Όχι πια βιβλία που απλά περιγράφουν αλλά... πράξη, ζωή. Όχι πια θεωρίες αλλά βίωμα». 

Η εμπειρία που βίωσε ο νέος μας όμως, ήταν πολύ διαφορετική απ’ ό,τι περίμενε. Η συνάντηση με το μεγάλο «δάσκαλο», ήταν σχεδόν τραυματική: 

«Όλα πάνω του ήταν περίεργα. Η ίδια του η ύπαρξη ήταν ένα αφύσικο γεγονός. Είχε πρόσωπο, σώμα ανθρώπινο. Όμως η ψυχή του δεν ήταν ανθρώπινη και αυτό δεν  μπορούσε να κρυφτεί. Τα μάτια του είχαν τέτοια ένταση, τέτοια δύναμη, τέτοια ενέργεια, που... όμως φόβιζαν». 

Παρά ταύτα η συνάντηση έγινε. Ο Γκουρού τον δέχεται στο «άσραμ» και αρχίζει έτσι μία νέα περιπέτεια στις πνευματικές αναζητήσεις του νέου. Υπήρχε μιαα δίψα για εμπειρίες. Όλα όμως πλέον περνούσαν και από την «κρησάρα» της Ορθοδοξίας. Ο π. Παΐσιος τον είχε μπολιάσει με πολλά αντισώματα. Έτσι σιγά σιγά άρχισε να αποκαθηλώνεται μέσα του όλο το οικοδόμημα. Οι εμπειρίες ήταν πλέον τραυματικές. Ακόμα και το βλέμμα του Babaji τον πλήγωνε. Τα σημεία και τα τέρατα που ζούσε μέσα στο κοινόβιο ήταν όμως καθημερινά. Εμπειρίες υπερφυσικές, αλλά δαιμονικές. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ο Γκουρού λατρεύονταν σαν Θεός. Και μάλιστα όχι μόνο το απολάμβανε αλλά το επέβαλε κιόλας. Ζητούσε να τον προσκυνούν. Όποιον μάλιστα αρνιόνταν τον απέβαλε από το κοινόβιο. Η επίσκεψη τελικά έληξε άδοξα: 

«Ζήτησα να δω το Γκουρού. Καθώς έμπαινα στην αυλή του, έκανα το σταυρό μου και ζήτησα βοήθεια από το Θεό. Δεν ξέρω τι μου έκανε από μακριά αλλά το μυαλό μου δεν λειτουργούσε καλά. Βρέθηκα να προχωρώ προς το μέρος του. Με κοίταξε άγρια... φοβισμένα... και με αηδία.  

-Get out (φύγε)! Τα έχασα ακόμα πιο πολύ. Κοίταξα με απορία. -Get out, στρίγγλισε δυνατότερα...! Έκανα μεταβολή και έφυγα ζαλισμένος». 

Επιστροφή στο Νέο Δελχί. Ο φίλος μας δεν αφήνει και πάλι την ευκαιρία να πάει χαμένη. Επισκέπτεται δύο «άσραμ». Πολύ γνωστών στη Δύση, Γκουρού. Το «άσραμ» του Σρι Αουρομπίντο και το «άσραμ» του Σατυανάντα. Στο τελευταίο θα ζήσει πολύ έντονες εμπειρίες. Ο πρόεδρος του «άσραμ», ένα μικρό παιδί, προσπαθεί να τον «διαβάσει» εσωτερικά: 

«Κάτι άυλο, κάτι νοητικό, μια ενέργεια που προερχόταν από το παιδί είχε πέσει πάνω μου και... έψαχνε το νου μου». 

Στο άσραμ έμεινε αρκετά. Είχε πολλές επαφές με πρόσωπα που το καθένα είχε να πει μια διαφορετική ιστορία για τον εαυτό του. Οι περισσότεροι προέρχονταν από τη Δύση. Συνάντησε ακόμα και ένα Έλληνα. Όλοι έψαχναν το ίδιο πράγμα. Την αλήθεια. Πίστευαν ότι θα τη βρουν στο ινδουϊστικό μονοπάτι. Χωρίς όμως να το καταλάβουν, ήταν εξαρτημένα άτομα. Πιόνια στα χέρια δαιμονικών δυνάμεων οι οποίες προβάλλονταν μέσα από τους γιόγκι και τους «μεγάλους» Γκουρού. Ο νέος μας παρά τις αρνητικές εμπειρίες και την ανάμνηση του «Όρους», ακόμα δεν είχε χορτάσει την πνευματική του πείνα. Μαθαίνει, ότι ο περίφημος «ενσαρκωμένος θεός» Babaji, θα κατέβει σε μια κοντινή πόλη για να γιορτάσει μαζί με άλλους γιόγκι το ινδουϊστικό πάνθεο. Μετά από μια μικρή περιπέτεια κατάφερε να προσεγγίσει το «μεγάλο δάσκαλο». Αλλά τα ίδια πάλι συναισθήματα: 

«Τι ήταν ακριβώς αυτό που με φόβιζε; Τα παράξενα μάτια του; Η μεγάλη του δύναμη; Μα και ο π. Παΐσιος είχε πολύ μεγάλη δύναμη, και αυτού τα μάτια γίνονταν παράξενα, υπερανθρώπινα, όμως ποτέ δεν φοβήθηκα κοντά του... Το αντίθετο μάλιστα». 

Μεγάλη η πίεση λοιπόν. Ο νέος μας βρισκόταν ανάμεσα σε δύο παραδόσεις και πάλευε. Ήταν για πολύ καιρό όμως στην Ινδία και το περιβάλλον τον επηρέαζε πολύ αρνητικά. Έφτασε στο σημείο του δαιμονισμού όταν μια βραδιά πίστεψε ότι απέκτησε απεριόριστη δύναμη. Δύναμη που μπορούσε να του προσφέρει ό,τι ήθελε.
«Προσπαθούσα να διακρίνω την ποιότητα και την προέλευση των πνευματικών γεγονότων. Και δεν είχα μέτρο, για να κρίνω».

 

5ο Μέρος.
Πίσω στην Ελλάδα μετά την Ινδία 

Όπως καταλαβαίνει κανείς, ο νέος μας βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση. Μετά από μια σειρά όμως σκληρών πνευματικών εμπειριών και πνευματικού πολέμου, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα. Η εμπειρία της Ινδίας τού είχε δώσει μια «παράξενη» δύναμη. Όπως λέει ο ίδιος αισθάνονταν... άτρωτος! Με αυτό το αίσθημα υπεροχής θέλησε να επισκεφτεί το Όρος και τον γέροντα Παΐσιο.
«Τι θέλεις εσύ εδώ; Μου 'πε ελεγκτικά. Μου κόπηκαν τα πόδια. Δεν είπα τίποτα. Έσκυψα το κεφάλι και περίμενα μουδιασμένος ή να με διώξει ή να με κρατήσει. Με λυπήθηκε. Μαλάκωσε.
-Καλά πέρνα μια στιγμή να δούμε τι θα κάνουμε τώρα...
-Γέροντα πήγα στην Ινδία... το ξέρετε;
-Βρε Νιόνιο, λες να μην το ξέρω;
-Σας έγραψα ένα γράμμα, ήθελα να το στείλω, αλλά το έχασα.
-Δεν πειράζει εγώ το πήρα.
Καθίσαμε και τα λέγαμε. Ο γέροντας μου είχε ανοίξει πάλι την αγκαλιά του...
-Κάτσε να σού φέρω ένα πιστόλι. Γύρισε και μου έφερε ένα 33άρι κομποσχοίνι.
-Αυτό πετάει πνευματικές σφαίρες και φοβάται ο διάβολος και δεν πλησιάζει...».
 

Την πλέον συγκλονιστική όμως εμπειρία βίωσε ο φίλος μας μια βραδιά στην καλύβα του γέροντα. Όταν ο γέροντας ουσιαστικά πρόσταξε να βγει από μέσα του το πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα που τον είχε καταλάβει. Το δαιμόνιο που ο ίδιος ο νέος του είχε δώσει το δικαίωμα να εισβάλει μέσα του και να τον κυριεύσει. Τρεις φορές ο γέροντας φώναξε:
«Πνεύμα ακάθαρτο, βγες από το πλάσμα τούτο».
Το πνεύμα υπάκουσε και ο νέος μας απελευθερώθηκε:
«Ένιωσα κάτι να βγαίνει από μέσα, κάτι άυλο να ξεχωρίζει και να ξεκολλάει από μένα. Ένοιωθα να ελευθερώνεται το μυαλό και η ψυχή μου από την έντονη επίδραση κάποιου πνεύματος».
 

Η εμπειρία ήταν συγκλονιστική. Ο γέροντας Παΐσιος έδειξε ότι έχει μεγάλη δύναμη. Υποτάσσει τα πνεύματα και λυτρώνει. 

Ανακουφίζει ουσιαστικά τον μέχρι πρότινος, ταλαίπωρο νέο και του χαρίζει χαρά και γαλήνη. Είναι συγκλονιστικά τα λόγια που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να περιγράψει αυτό που αισθάνεται καθώς και την ευλογημένη επίδραση του γέροντα πάνω του: 

«Απαλά-απαλά, σιγά-σιγά, ολοένα και πιο έντονα ένοιωθα την ευλογία του γέροντα να με σκεπάζει. Μια δύναμη, μια ενέργεια ξεχυνόταν πάνω μου άφθονη, γλυκιά, παντοδύναμη. Ζωοφόρα. Πότιζε την ψυχή μου αλλά και το σώμα μου. Τα κόκαλά μου ρουφούσαν σαν σφουγγάρι αυτή την ενέργεια. Κάποιος μού χάριζε ζωή». 

Στο μυαλό, την ψυχή και το σώμα του νέου, είχε επέλθει πλέον η «καλή αλλοίωση». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο πονηρός σταμάτησε να τον πειράζει. Σε κάθε ευκαιρία και επειδή έβλεπε ότι αυτός που πριν λίγο καιρό ήταν υποχείριό του τώρα αντιστέκεται, προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να τον πειράζει και να σκοτίζει το νου του. Να του δημιουργεί σωματικό πόνο και διάσπαση της προσοχής του από την προσευχή. Κάθε φορά όμως η καταφυγή του ήταν ο γέροντας Παΐσιος, ο οποίος δεν έπαυε να χαριτώνει και περισώζει το «απολωλός πρόβατο».

Πάντα με απέραντη αγάπη και υπομονή. Μέσα στο μεγάλο ταξίδι του, ο φίλος μας συνάντησε και τον γέροντα Πορφύριο. Όταν αυτός για κάποιο χρονικό διάστημα είχε ανεβεί και ασκητέψει στο Άγιο Όρος. Τον συναντά και παρόλη την ασθένειά του, ο γέρων Πορφύριος του μεταδίδει, αγάπη και χάρη. Μίλησαν για το ταξίδι στην Ινδία και τις περιπέτειές του. Ο γέροντας έδωσε τις πνευματικές του συμβουλές: 

«Θα προσεύχομαι για σένα και έλα να με ξαναδείς», του απαντά. «Όταν τον ξαναείδα μετά από μερικές μέρες, με ρώτησε.

-Ήμουν μαζί σου όλες αυτές τις μέρες, το καταλάβαινες»;
Ο νέος μας μπορεί να βρισκόταν πάντα στο δρόμο της αναζήτησης, μπορεί να έπεφτε σε πλάνες, ακόμα και στην αγκαλιά του πονηρού, ο Θεός όμως πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να τον ελευθερώνει. Χρησιμοποιούσε πάντα τους χαρισματικούς γέροντες ως όργανα της Θείας Χάριτος. Άλλωστε, όπως λέει η Γραφή, «ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, νπερεπερίσσευσεν η χάρις» (Ρωμ. Ε' 20).
Η ιστορία μας φτάνει σχεδόν στο τέλος της. Ο νέος, με βάση τις περιγραφές του δεν φαίνεται να ξαναγυρίζει στην πλάνη. Οι γέροντες έκανα καλά τη δουλειά τους. Ο π. Παΐσιος κατάφερε να ξεριζώσει από μέσα του κάθε αμφιβολία για το ποια είναι η πραγματική, η μοναδική και απόλυτη Αλήθεια, και ο νέος, εκτός από το να μας περιγράψει την περιπέτεια της ζωής του, ως μαρτυρία και ως αποκάλυψη, θεωρεί υποχρέωσή του να δώσει στο βιβλίο του «απολογητική» πλέον διάσταση. Προσπαθεί με επίσης γλαφυρό και ουσιαστικό τρόπο, να δώσει στον αναγνώστη την αληθινή διάσταση της πλάνης, συγκρίνοντάς την με την αλήθεια της Εκκλησίας. Έτσι, ως εγκρατής θεολόγος πλέον, παραθέτει, με εξαιρετική επιτυχία, την αντίθεση μεταξύ: Διαλογισμού-«μάντρα» και Προσευχής? μετενσάρκωσης και Ανάστασης? Εκκλησιαστικού Μυστηρίου και μαγικής πράξης? γκουρού και Γέροντα? Χριστιανικής και ινδουϊστικής πνευματικότητας.

Αποδεικνύει περίτρανα μια πολύ βασική αρχή: Όταν γνωρίζει και βιώνει κανείς την Ορθόδοξη πίστη αληθινά, δεν μπορεί να πλανηθεί. Έτσι το τελευταίο μέρος του βιβλίου το επιγράφει πολύ ευρηματικά και έξυπνα:

 

6ο Μέρος.
Σκέφτομαι... Άρα υπάρχω

Σ' αυτό, αποκαθηλώνει ουσιαστικά και τυπικά, με πολλά και αξιόλογα επιχειρήματα, ολόκληρο το οικοδόμημα του ινδουιστικού πανθέου. Αποδεικνύει ότι η Γιόγκα όχι μόνο δεν έχει καμιά σχέση με την επιστήμη, όχι μόνο δεν προκαλεί ευεξία και γαλήνη, αλλά αντίθετα μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στην υγεία.

Απομυθοποιείται τέλος, το πάνθεον του ινδουισμού. Ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην Ινδία ο λαός λατρεύει είδωλα. «Είδωλα χειρών ανθρώπων». Πρόκειται για πλήθος μερικών χιλιάδων θεοτήτων, ζωόμορφων ή ανθρωπόμορφων, που περιπλέκονται μέσα σε ένα απύθμενο μυθολογικό καζάνι. Ατέλειωτες ιστορίες και μύθοι περιβάλλουν τις χιλιάδες θεότητες. Το αποτέλεσμα είναι η πλήρης σύγχυση, στην καλύτερη περίπτωση και ο «δαιμονισμός» στη χειρότερη.

Αποδεικνύει επίσης ότι η διδασκαλία του κάρμα αποτελεί την πλέον αριστοτεχνική μέθοδο υποδούλωσης των ανθρώπων. Αφού κανείς παραμένει έρμαιο στις πράξεις της δήθεν προηγούμενης ζωής του, δεν έχει καμιά δυνατότητα να εξελιχθεί κοινωνικά και πολιτιστικά, ακόμα και στο επίπεδο της σκέψης.

Το βιβλίο δίνει ακόμα, πολλές πληροφορίες για τον κόσμο της απάτης γενικά, των αιρέσεων και της παραθρησκείας. Αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, ένα θησαυρό γνώσης, μέσω του οποίου, καθοδηγείται ο αναγνώστης στην ορθή πίστη της Εκκλησίας. Κι αυτό γιατί το βιβλίο γέμει χριστιανικών διδασκαλιών, γραφικών χωρίων, πατερικών κειμένων, εμπειριών από γέροντες και χαρισματούχους εντός του χώρου της Εκκλησίας. Αυτό που κάνει το βιβλίο αυτό μοναδικό και πολύ συναρπαστικό είναι η άμεση αντιπαράθεση Εκκλησίας και παραθρησκείας. Από τη μία, η αλήθεια και μάλιστα εμπειρική και από την άλλη, η πλάνη και οι μεθοδίες του διαβόλου, δοσμένες πάλι από την εμπειρία του ίδιου προσώπου.

Αντί άλλου επιλόγου, θεωρούμε ότι πρέπει να τελειώσουμε με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα, του Διονύση Φαρασιώτη, αφού σημειώσουμε, ότι για ευνόητους λόγους, δεν πρόκειται για το πραγματικό του όνομα.

«Ας αποφασίσουμε ταπεινά να συμμορφώσουμε τις ψυχές μας, τις ζωές μας, όπως οι Άγιοι μας υποδεικνύουν, και ας επικαλεσθούμε τις ευχές τους, ώστε ο καθένας μας προσωπικά ν' αποχτήσει εμπειρία Θεού εν Αγίω Πνεύματι. Τότε όλα θα μπουν στη θέση τους. Θα ξεχωρίσουμε την αλήθεια από το ψέμα, την πραγματικότητα από τη φαντασία, το φως από το σκοτάδι που παρουσιάζεται σαν φως.

Ας ακολουθήσουμε τα ίχνη του γέροντα, που μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση και αγάπη του Ιησού, γιατί δεν υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο, αναγκαιότερο, υψηλότερο σ' αυτόν τον κόσμο, από τη γνώση και αγάπη του αληθινού Θεού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή.
Γιατί αυτό που χάνεται η κερδίζεται στο τέλος κάθε ανθρώπινης πορείας δεν είναι τίποτα λιγότερο από την αιώνια ζωή. Αμήν».

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ 2012, ΤΕΥΧΟΣ 67
ΔΙΑΛΟΓΟΣ





Για πληροφορίες καλέστε:
6907364372 ή 23940 72744
twitter twitter
Login-iconLogin